ἐρεβεννός

ἐρεβεννός, ή, όν, [dialect] Ep.Adj., ([etym.] Ἔρεβος)
A dark, gloomy,

νύξ Il.8.488

, Hes. Op.17, etc. ;

ἀήρ Il.5.864

;

νέφεα 22.309

. (Never in Od. ; cf. ἐρεμνός.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερεβεννός — ἐρεβεννός, ή, όν (Α) σκοτεινός, μαύρος, ζοφερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ερεβεσ νός (έρεβος)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρεβεννός — dark masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεβεννῶν — ἐρεβεννός dark fem gen pl ἐρεβεννός dark masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεβεννόν — ἐρεβεννός dark masc acc sg ἐρεβεννός dark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεβεννῇ — ἐρεβεννός dark fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεβεννή — ἐρεβεννός dark fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεβεννήν — ἐρεβεννός dark fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρεβος — I Μυθολογικό πρόσωπο, προσωποποίηση του πρωτογενούς σκότους, γιος του Χάους και αδελφός της Νύκτας. Γέννησε μαζί της τον Αιθέρα (το φως της ημέρας), την Ημέρα και τον Έρωτα και ύστερα κατέβηκε στα βάθη της Γης, όπου βρίσκεται το βασίλειο του Άδη …   Dictionary of Greek

  • αργεννός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 460 μ., 240 κάτ.) της Λέσβου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μήθυμνας του νομού Λέσβου. * * * ἀργεννός, ή, όν (Α) λευκός. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αργεσ νός < θ. *αργεσ , παράλληλα προς το θ. αργ τού αργός (Ι) (πρβλ. αργεστής) …   Dictionary of Greek

  • ἐρεβεννάς — ἐρεβεννά̱ς , ἐρεβεννός dark fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.